| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναῦς | νῆες |
| Γενική | νεώς | νεῶν |
| Δοτική | νηί | ναυσί |
| Αιτιατική | ναῦν | ναῦς |
| Κλητική | ναῦ | νῆες |
Από τη λ. ναῦς και τους γραµµατικούς τύπους τής κλίσης της
(νηο-, νεω-)
προέκυψαν τρεις σειρές παραγώγων µε πλήθος λέξεων:
ναυ- νηο- νεω-
ναύ–της νηο–ποµπή νεώ–ριο
ναύ–λος νηο–λόγιο ναυ–αγός νηο–ψία
Η λ. ναύς χρησιµοποιείται στον Όµηρο (στον οποίον δεν απαντά ακόµη η
µετέπειτα επικρατήσασα λ. πλοίον) µε χαρακτηρισµούς που αντιδιαστέλλουν τα
πολεµικά πλοία («νήες µακραί») από τα εµπορικά («νήες στρογγύλαι»). Τα
πολεµικά πλοία χαρακτηρίζονται και νήες τριήρεις ή απλώς τριήρεις. Η λ. ναυς
προήλθε από µια ΙΕ ρίζα *nav- που σήµαινε το πλοίο και έδωσε στα ελληνικά
λέξεις όπως ναυ-ς, ναύ-της, ναυ-σία (=ναυτία) και ναύ-κληρος, στα αρχ. ινδ. το
naus, στα λατ. τα navis, navalis, navigare, navigium και naufragium («ναυάγιο»),
τα οποία έδωσαν µε τη σειρά τους τις πολλές αντίστοιχες λέξεις στις λατινογενείς
γλώσσες (Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική) καθώς και στην Αγγλική.











